αθλητής

αθλητής
ο (Α ἀθλητὴς) (ΝΜ θηλ. -ήτρια)
αυτός που αγωνίζεται για το βραβείο, αυτός που μετέχει στα αθλητικά αγωνίσματα
(αρχ. και ως επίθ.) ο εξασκημένος σε κάτι, έμπειρος
μσν.- νεοελλ.
αυτός που αγωνίζεται για την επικράτηση μιας ιδέας (λέγεται συνήθως για τους χριστιανούς μάρτυρες).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀθλῶ.
ΠΑΡ. αθλητικός, αθλητισμός].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • ἀθλητής — combatant masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αθλητής — ο θηλ. αθλήτρια αυτός που παίρνει μέρος σε αγώνες για να δείξει τη σωματική του δύναμη ή την επιδεξιότητά του: Προπονήθηκαν χθες οι αθλητές του δρόμου των 5.000 μέτρων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀεθληταῖς — ἀθλητής combatant masc dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀεθληταῖσιν — ἀθλητής combatant masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθληταῖν — ἀθλητής combatant masc gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθληταῖς — ἀθλητής combatant masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθληταῖσι — ἀθλητής combatant masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθληταῖσιν — ἀθλητής combatant masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθληταί — ἀθλητής combatant masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθλητοῦ — ἀθλητής combatant masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”